15/5/13

Σε κάθε γωνιά της γης και σ’ όλους τους πλανήτες υπάρχουν κοκκινοσκουφίτσες

Και λέγοντας αυτό, ο κακός ο λύκος ρίχτηκε στην Κοκκινοσκουφίτσα και την έφαγε. 
 

 
Σε όλες τις εποχές σε διάφορες χώρες, πάνω στη Γη, στους βυθούς των θαλασσών, σε άλλους πλανήτες, σε κάθε Γαλαξία, στο παρελθόν, στο παρόν, στο μέλλον, υπήρξαν, υπάρχουν, θα υπάρχουν Κοκκινοσκουφίτσες. Κάποιες από αυτές φαγώθηκαν, καταβροχθίζονται ή θα καταβροχθιστούν από λύκους ή από άλλες βουλιμίες.....

Κάποιες άλλες νίκησαν, νικούν ή θα νικήσουν στη μάχη τους με το λύκο. Άλλες πάλι, δε συνάντησαν, ούτε συναντούν, ούτε θα συναντήσουν κανένα λύκο. Σε κάποιες ιστορίες με Κοκκινοσκουφίτσα παρεμβαίνουν μία ή περισσότερες γιαγιάδες, ένα ή περισσότερα δάση, μία ή περισσότερες πίτες, ένα ή περισσότερα βαζάκια βούτυρο, ένα ή περισσότερα φουντούκια, μία ή περισσότερες πεταλούδες, ένα ή περισσότερα μπουκέτα λουλουδάκια, ένα ή περισσότερα κρεβάτια (ποικίλου μεγέθους), ένα ή περισσότερα μάνταλα της πόρτας. Σε άλλες ιστορίες, που αφορούν άλλες Κοκκινοσκουφίτσες, κάποια από αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν.
  Νάνος Βαλαωρίτης, Η Κοκκινοσκουφίτσα λέγεται Ελεονόρα, Ελπινίκη, Μαρία
 
 
 
 Τ’ άσπρα δόντια του λύκου γυαλίζουν, φωσφορίζουν – ο σωρός της γιαγιάς της είναι ο λύκος, είναι ο σκύλος που τρώει ντομάτες στον λαχανόκηπο της γιαγιάς –μαύρες πατημασιές άσπρα φωσφορίζοντα δόντια μέσα σε πράσινα δένδρα – η κοκινοσκουφίτσα λέγεται ελεονόρα ελπινίκη μαρία, κοπέλα με κοντά φουστανάκια – και μπλε παπουτσάκια – μπουστάκι υγρό, ανάσα του λύκου, βάδισμα προσεκτικό πίσω από τη μικρή, πίσω απ’ τα δένδρα της δείχνει αυτό που δεν πρέπει να δει –νυχτώθηκε μέσα στο δάσος –πω πω είναι μέσα ακόμα κι αφρίζει λιγάκι το στόμα του λύκου – θα προλάβει να φτάσει ως τη γιαγιά της – ο λύκος του λύκου – θα προλάβει να φτάσει ως τη γιαγιά της – ο λύκος είναι κιόλας εκεί: γύρνα πίσω στο σπίτι σου μικρή με το κόκκινο σκουφάκι – θα σε φάει η γιαγιά σου – της γιαγιάς σου ο λύκος είσαι εσύ, είμαι εγώ , είναι αυτός.
Είσαι της γιαγιάς ο λύκος –σκύλος –κύλος, ο ύλος, ο λος ο ος – ο σίγμα – ένα καλάθι κρατάς που είναι γεμάτο φαγητά  για τη γιαγιά που δεν είναι καλά και δεν μπορεί- όταν είναι ο λύκος σκυλί – η ουρά του σκληρή κατσαρή μες τα δένδρα –κολλάει δεν κολλάει το καλύβι στο δάσος – η πόρτα ανοιχτή, η πόρτα κλειστή, το φύλλο της πόρτας βγαλμένο – μες το δωμάτιο σιωπή – ο λύκος θα φάει το σκυλάκι όλοι μαζί μες του λύκου το αφτί ακούμε τι λέει το σκυλί μες το τοίχο – η μεγάλη στιγμή που θα φάει του σκυλιού της το λύκο με δόντια λευκά και με λίγο αφρό μες στο στόμα – θα φάει το παιδί που θα γίνει γιαγιά – με γυαλιά και μουσούδα – όποιος τη δει θα νομίζει πως ήταν ατή – η γιαγιά μες το λύκο – πως είσαι η γιαγιά –και της βάζει τα γυαλιά για να γίνει γιαγιά – μια γιαγιά πιο γιαγιά απ’ την άλλη γιαγιά, και στου λύκου το αφτί ψιθυρίζει για στάσου – τι γυρεύεις εσύ, τι θέλεις, να είσαι για να ’σαι εσύ – του λύκου το αρνί – το παιδί που θέλει να φάει, τη γιαγιά του. 
(μια ιστορία του Νάνου Βαλαωρίτη από το βιβλίο του Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή παραμυθολογία: «κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινίσει»)
  
 

Οι επτά μέρες της δημιουργίας: την Πέμπτη μέρα έπλασε τις γιαγιάδες και τις Κοκκινοσκουφίτσες
 «Εν αρχή ο Θεός δημιούργησε τα άφεγγα δάση και λίγα σπίτια –και  εγένετο πρωί, ημέρα μία. Ύστερα, επινόησε τις πεταλούδες που πετούν στον αέρα, τα φουντούκια που φυτρώνουν στις φουντουκιές, τα λουλουδάκια που ξεπετάγονται ανάμεσα στα χόρτα – και εγένετο πρωί, ημέρα Δευτέρα. Μετά, έφτιαξε τα κρεβάτια, τις πόρτες τις σφηνούλες, τα μάνταλα – και εγένετο πρωί, ημέρα Τρίτη. Ακολούθως φούρνισε τις πίτες και χτύπησε την κρέμα ώσπου να γίνει βούτυρο – και εγένετο πρωί, ημέρα Τετάρτη. Στη συνέχεια, έπλασε τις γιαγιάδες και τις Κοκκινοσκουφίτσες – και εγένετο πρωί, ημέρα Πέμπτη. Τη επομένη, κατασκεύασε το λύκο με τα μεγάλη του χέρια, τα μεγάλ του πόδια, τα μεγάλα του αφτιά και τα μεγάλα του δόντια – και εγένετο πρωί, ημέρα έκτη. Τη δε εβδόμην, όλα ήταν στη θέση τους ώστε να μπορεί ν’ αρχίσει η ιστορία». Έτσι γράφει μια Βίβλος που τυπώθηκε στη Βοημία, τον 16ο αιώνα.
 
 
  1η παραλλαγή: Η Κοκκινοσκουφίτσα φορτηγατζής
 Η Κοκκινοσκουφίτσα έχει μόλις κλείσει τα σαράντα. Έχει ύψος ένα και ογδόντα. Ζυγίζει ογδόντα πέντε κιλά. Οι φίλοι της και οι εραστές της κάνουν το ίδιο επάγγελμα με αυτήν: είναι φορτηγατζήδες. Τη θεωρούν υπέροχη. Τους αρέσουν τα μεγάλα και σκληρά βυζιά της, οι παχιοί γλουτοί της και το φιλόξενο φύλο της. Αν έχει μεγάλα χέρια, είναι για να κρατάει καλύτερα το τιμόνι του φορτηγού-ψυγείου της, ενός Iveco τριάντα οκτώ χρονών. Αν έχει μεγάλα πόδια, είναι για να πατάει καλύτερα το πεντάλ του γκαζιού. Αν έχει μεγάλα μάτια, είναι για να βλέπει καλύτερα το δρόμο, τις στροφές και τους αστυνομικούς που είναι κρυμμένοι πίσω από τους θάμνους. Αν έχει μεγάλα αφτιά, είναι για να ακούει καλύτερα το «σι-μπι» που έχει εγκαταστήσει στο φορτηγό της. Κι αν έχει μεγάλα δόντια, είναι για να τρώει καλύτερα τα κασουλέ στα μικρά φαγάδικα του αυτοκινητόδρομου.
 Φοράει κόκκινο κασκέτο, κόκκινο δερμάτινο τζάκετ, κόκκινο βελούδινο παντελόνι. Τα εσώρουχά της είναι με κόκκινη δαντέλα: σουτιέν, μικροσκοπική κιλότα, κάλτσες και ζαρτιέρες, γιατί κάτω από την πανοπλία του φορτηγατζή κρύβει μια ευαίσθητη ψυχή. Για τους εραστές της, τα πελώρια χέρια της γίνονται θωπευτικά κι ανάλαφρα. Της έχουν βγάλει και παρατσούκλια, που τα χρησιμοποιούν στις επικοινωνίες τους με το «σι-μπι»: πορφυρό μωρό, κρεμεζιά λυσσάρα, ξεδιάντροπη αστακίνα, καυτό φραγκοστάφυλο, τρελαμένο κεράσι, ακόλαστη ντομάτα.
 Στο φορτηγό-ψυγείο της μεταφέρει τόνους βρετονικές πίτες και τόνους αλμυρό βούτυρο σε βαζάκια. Έχει αλλάξει το σύστημα που ανοίγουν και κλείνουν οι πόρτες. Για να μπει κανείς στην καμπίνα, πρέπει να τραβήξει μια σφηνούλα.
 Είναι πάντα βιαστική. Δε χρονοτριβεί ποτέ. Δε σταματάει στα πάρκινγκ για να κυνηγήσει πεταλούδες. Όταν βάζει βενζίνη, δεν κόβει φουντούκια από τις φουντουκιές δίπλα στα βενζινάδικα. Δε μαζεύει τα λουλουδάκια που μαραίνονται στα κράσπεδα των αυτοκινητοδρόμων. Παίρνει πάντα τον πιο σύντομο δρόμο. Ξέρει ν’ αποφεύγει τα μποτιλιαρίσματα. Λέει καμιά φορά: «Δε μ’ αρέσει να χασομεράω. Ένα χασομέρι, κάποτε, παραλίγο να μου στοιχίσει ακριβά».
 
 2η παραλλαγή: Η Κοκκινοσκουφίτσα μπολσεβίκα
 Το 1915, στη Γενεύη, η Κοκκινοσκουφίτσα, ετών τριάντα, προτεστάντισσα, κόρη και σύζυγος τραπεζίτη, προσφέρει στον Βλάντιμιρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, τον επονομαζόμενο Λένιν, το κόκκινο σκουφάκι της για να το κάνει σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης. Ο Βλάντιμιρ Ίλιτς φιλάει την κοπέλα στα χείλη, λέγοντάς της: «Έτσι το συνηθίζουμε στην πατρίδα μου». Την ευχαριστεί για το δώρο. Ακόμα δεν ξέρει αν το σκουφάκι θα κυματίσει μια μέρα στον ουρανό της Αγίας Πετρούπολης. Ούτε το πολυπιστεύει, αλλά δεν θέλει να αποκαρδιώσει την κοπέλα.
 
 3η παραλλαγή: Η Κοκκινοσκουφίτσα στον όγδοο λόφο του Σκοτεινού Δρυμού τη νύχτα του Μεγάλου Σεισμού
 «Είμαι ο Πρεσβύτερος των Τρομερών, αυτός που ουρλιάζει στη σελήνη, κοντά στον όγδοο λόφο του Σκοτεινού Δρυμού. Είμαι ο Παλαιός των βάτων, ο Μοναχικός των θάμνων, ο Αρχιφύλακας των ευωχιών, ο Λείκτης των αιμάτων. Είμαι αυτός με το αποκρουστικό πρόσωπο, είμαι αυτός που εξαιτίας του φοβάται καθετί που υπάρχει. Είμαι ο Οστεοθραύστης, η φλογοβόλος Κάμινος, αυτός που είναι τα νύχια του κρυμμένα, αυτός που συνεχώς αλλάζει δόντια, αυτός που έχει το ρύγχος μες στον κόρφο του, αυτός με το βρομερό και πυρωμένο χνότο, αυτός που τα βυθίζει όλα στη νύχτα του.
Είμαι αυτός που έχει συνεργούς τις φουντουκιές, τις πεταλούδες και τα λουλουδάκια. Είμαι αυτός που έρχεται στα μουλωχτά. Είμαι ο Γυρολόγος, ο Φενακιστής, ο Σκοτεινός, η Μεγάλη Στραγγάλη, ο Γοερός. Είμαι ο Άσπρος Λύκος που φωλιάζει στις καρδιές. Είμαι ο Υπέρτερος Ερμητιστής με τη δυσνόητη γλώσσα. Είμαι ο άρχοντας των τρόμων και των Τριγμών των δοντιών. Είμαι αυτός που θα σε φάει, παιδί μου» Έτσι αυτοπαρουσιάζεται ένας μεγάλαυχος λύκος στην Κοκκινοσκουφίτσα, η οποία ούτε που τον ακούει καλά καλά, καθώς ψάχνει να βρει τρόπους να ξεφύγει. Όλα αυτά συμβαίνουν ένα φθινόπωρο, τη νύχτα του Μεγάλου Σεισμού.
 
 
 
 4η παραλλαγή: Η Κοκκινοσκουφίτσα Ζαν ντ’ Αρκ
 Στις 12 Απριλίου του 1773, στις εντεκάμισι το πρωί, ο δομινικανός Ογκίστ Προυβερ εκφωνεί ένα κήρυγμα στον Καθεδρικό Ναό της Ρεμς. Παρομοιάζει τη Ζαν ντ’ Αρκ με την Κοκκινοσκουφίτσα, τον επίσκοπο Πιε Κοσόν με τον λύκο, τον Κάρολο Ζ΄ με τη γιαγιά. Εξομοιώνει το βαζάκι το βούτυρο με το άγιο μύρο που χρησιμοποιείται εκείνη την εποχή για τη χρίση των βασιλέων. Αποφαίνεται ότι, για να μιλήσουν στη Ζαν, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, η Αγία Αικατερίνη και η Αγία Μαργαρίτα μεταμορφώνονταν σε πεταλούδες. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ήταν βόμβυξ, η Αγία Αικατερίνη σατούρνια, η Αγία Μαργαρίτα βανέσα. «Ανεβαίνοντας στην πυρά», κατέληξε ο Αδελφός Ογκίστ Προυβέρ, «η Ζαν τράβηξε τη σφηνούλα, κι όταν έπεσε το μάνταλο άνοιξε την πόρτα του παραδείσου».
 
 
 
 5η παραλλαγή: Η Κοκκινοσκουφίτσα μουσικός του 19ου αιώνα
 Στην Εστρεμαδούρα, αρχές του 19ου αιώνα, η Κοκκινοσκουφίτσα συνθέτει μουσικές για όλες τις στιγμές της ζωής της και τις σιγοτραγουδάει: έναν ύμνο για να σηκωθεί από το κρεβάτι, ένα γιόντελ για να ντυθεί, έναν αμανέ για να ψήσει την πίτα και να χτυπήσει το βούτυρο, μια ψαλμωδία για να αποχαιρετήσει τη μαμά της, ένα ανήσυχο μπλουζ για να βυθιστεί στο απειλητικό δάσος, μια χαρούμενη μπαλάντα για να κυνηγήσει πεταλούδες, μια ψιθυριστή αριέτα για να ρωτήσει τη γιαγιά της τι να κάνει για να πέσει το μάνταλο, μια φιλήδονη βαρκαρόλα για να γδυθεί μπροστά στο λύκο, ένα τροπάριο για να του κάνει όλες εκείνες τις ερωτήσεις, ένα σύντομο ρέκβιεμ περιμένοντας να φαγωθεί. Ο λύκος, από τη μεριά του, δεν ξέρει παρά ένα μόνο τραγούδι: αυτό του πικραγαπημένου.
 
 
 6η παραλλαγή: Η Κοκκινοσκουφίτσα ινφάντα
 Σε μια ισπανική ιδιωτική συλλογή, σ’ έναν πύργο κοντά στο Τολέδο, υπάρχει ένας άγνωστος πίνακας του Βελάθκεθ: μια πρώτη εκδοχή των Meninas. Εδώ, η ινφάντα φοράει κόκκινα κι εκεί όπου τώρα βρίσκεται ο σκύλος, είναι ένας γκρίζος λύκος πλαγιασμένος.
 
 7η παραλλαγή: Η Κοκκινοσκουφίτσα μέσα στην ερυθρή μονοτονία
 Μετά τη νύχτα όπου όλες οι αγελάδες ήταν μαύρες, ξημέρωσε η μέρα όπου όλα ήταν κόκκινα: το χορτάρι, οι κορμοί και τα φυλλώματα των δένδρων, το πορφυρό βούτυρο στο άλικο βαζάκι του, η πίτα η βουτηγμένη στο αίμα, η ρουμπινιά σφηνούλα και το ρουμπινί μάνταλο, οι κοραλλένιες πεταλούδες, ο αιματώδης λύκος, η υπεραιμική γιαγιά και, πάντα ερυθριώσα από σεμνότητα, η Κοκκινοσκουφίτσα. Χωρίς όσφρηση και με αδύναμη όραση, τα όντα έψαχναν ψηλαφητά το ένα το άλλο μέσα στην κατέρυθρη μονοτονία.
 [αποσπάσματα από το βιβλίο Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΠΑΝΤΟΥ του Gilbert Lascault σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη που προδημοσιεύτηκαν στο 94 τεύχος του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: